Σ ένα επαρχιακό χωριό γεννήθηκε ένα αγόρι, χαρά για την οικογένεια. Φάνηκε ωστόσο όσο μεγάλωνε πως είχε ένα μεγάλο πρόβλημα: οι συγχωριανοί του, οι γονείς του, οι φίλοι τουδεν καταλάβαιναν τι έλεγε.
Προβληματισμένοι οι γονείς τον πήγαν στην πόλη, σ έναν γιατρό, ειδικό. Δυσαρθρία, και μάλιστα πολύ σοβαρή, ήταν η διάγνωση. Το παιδί ήταν καταδικασμένο να μην μπορεί να επικοινωνήσει. Ίσως, είπε ο γιατρός, έπρεπε να το δει κι ένας ψυχολόγος. Το παιδί δεν πήγε ποτέ σχολείο, δεν έμαθε να γράφει, να διαβάζει. Τις επιθυμίες του τις κοινωνούσε με κινήσεις και μάταιες προσπάθειες να μιμηθεί τον τρόπο ομιλίας των άλλων. Πέρασε τη ζωή του κλεισμένος σ ένα δωμάτιο συντροφιά με μια τηλεόραση, μη μπορώντας να πει σε κάποιον τι σκέφεται, τι αισθάνεται, τι νιώθει. Δεν μπορούσε ούτε να ζωγραφίσει.
Άρχισε να σκέφτεται τι να την κάνει ο άνθρωπος τη ζωή αν δε μπορεί να τη μοιραστεί. Τι τη θέλει την ελευθερία αν δε μπορεί να την χρησιμοποιήσει την έσχατη στιγμήκαι να απαλλαχθεί από τον μεγαλύτερο πόνο, τη μοναξιά.
Στα 18 του οι γονείς του τού αγόρασαν ένα μικρό κασετόφωνο για να ακούει μουσική. Πίστεψαν πως αυτό θα τον βοηθούσε να νιώθει λιγότερο μόνος, πως θα ημέρευε το θυμό, την οργή που ανάβλυζε από τα μάτια, τις κινήσεις και τα ακαταλαβίστικα λόγια του.
Εκείνος, κουραμένος πια, πήρε το δώρο και το έκρυψε στη βαλίτσα με τα πράγματά που θα έπαιρνε μαζί του φεύγοντας από το σπίτι εκείνο, από την κοινωνία αυτή που τον συμπονούσε. Δεν ήθελε τη συμπόνοια κανενός.
Το πρώτο λεωφορείο και έφτασε στην πόλη. Συγκεκριμένο σχέδιο δεν είχε. Τι σχέδιο να χει άραγε ένα παιδί που δεν είχε λάβει κανενός είδους παιδεία; Αλλά τότε, από πού προερχόταν όλη αυτή η τάση για επανάσταση, για ελευθερία; Θα πρέπει να οφείλεται στη μοναξιά, στον εσωτερικευμένο θυμό θα έλεγαν οι ειδικοί γιατροί -αν και ευτυχώς δεν τους επισκέφθηκε ποτέ-.
Ένιωσε ακόμα περισσότερη μοναξιά μέσα σ αυτή τη βοή, ανάμεσα σε τόσες φωνές που καταλάβαινε μα δεν τον καταλάβαιναν. Στάθηκε στη μέση μιας πλατείας και άρχισε να φωνάζει, να ουρλιάζει:
"Ας μου μιλήσει κάποιος, ας αγγίξει κάποιος το χέρι μου. Είμαι εδώ νιώστε τον παλμό μου, νιώστε την ύπαρξή μου!"
Κι όμως, κανένας δε φάνηκε να τον καταλαβαίνει. Δυσαρθρία. Τον κοιτούσαν και αυτοί με οίκτο, αν όχι με φόβο. Μια μητέρα τράβηξε το κοριτσάκι της απ το χέρι για να το πάρει μακριά του.
Έκλαψε, φώναξε, σκέφτηκε, απογοητεύτηκε.
Δεν είχε καμία θέση στον κόσμο αυτόν. Πήγε στη θάλασσα. Ήταν μόνος και θα πέθαινε μόνος μη μπορώντας καν να το πει σε κάποιον με την ελπίδα ότι θα τον έσωζε...
Άφησε τα πράγματά του στην ακτή, άνοιξε το μαγνητόφωνο (δώρο από τους γενήτορές του) και είπε:18,0, οο
και συμπλοήρωσε: αυτά θα τα καταλάβετε, είναι η γλώσσα σας. Αλλά εγώ, αντί για 18,0,οο λέω:
Ώριμος άνθρωπος που κατέληξε ένα τίποτα μέσα στη δίνη της μιας παραφύσιν απειρίας του κόσμου τούτου.
Το μόνο που επιθυμώ είναι να νιώσω το τίποτα και το άπειρο της στιγμής που γλυκά ο ρόγχος του θανάτου θα καλύπτει τη φράση:
Κι όμως έζησα ως Άνθρωπος...
κι εσείς βαφτίσατε την αποξένωση δυσαρθρία. Η μόνη πραγματική αρρώστια είναι η ανικανότητα να μιλήσεις φυσικά, να επικοινωνήσεις πραγματικά. Δεν παραπονιέμαι, δεν κρατώ οργή, θυμό έχω μόνο για την παρωχημένη μου ψυχή που δεν κατάφερε τόσα χρόνια στις νέες επιταγές να προσαρμοστεί και να αφεθεί σε κάτι το ψυχρό, μηχανικό.